Kαρκίνος ουροδόχου κύστεως και κάπνισμα

Το κάπνισμα αποτελεί το βασικό παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως αποτελεί μια συχνή πάθηση και τη δεύτερη συχνότερη κακοήθεια του ουροποιητικού συστήματος, μετά τον καρκίνο του προστάτη. Είναι συχνότερος στους άνδρες σε αναλογία περίπου 3/1. Τις τελευταίες 3 δεκαετίες παρουσιάζει σε επιδημιολογικές μελέτες αύξηση, λόγω κυρίως της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης, καθώς συνήθως αποτελεί πάθηση των μεγαλύτερων ηλικιών. Σποραδικά όμως εμφανίζεται και σε νεαρότερες ηλικίες, ακόμα και σε έφηβους. Το πρώτο σύμπτωμα της νόσου είναι συνήθως η μακροσκοπική αιματουρία χωρίς πόνο, ο ασθενής δηλαδή βλέπει αίμα στα ούρα του χωρίς άλλα συμπτώματα ,όπως πυρετό ή καύσος κατά την ούρηση. Πολλές φορές όμως τα θηλώματα αποτελούν τυχαίο εύρημα ,συνήθως σε κάποιο υπερηχογράφημα που γίνεται για άλλο λόγο. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την κυστεοσκόπηση. Η ανώδυνη μακροσκοπικη αιματουρία είναι ένα σύμπτωμα που πρέπει να θορυβήσει τον ασθενή και να αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Ευτυχώς σε ποσοστό 70% η νόσος είναι επιφανειακή ,δεν έχει δηλαδή τη δύναμη να δώσει μεταστάσεις. Σε ποσοστό όμως 20-30% ο καρκίνος είναι διηθητικός, ‘ριζώνει΄ δηλαδή στο τοίχωμα της κύστης και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς.

Έχουν αναφερθεί διάφοροι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη της νόσου, όπως χημικά καρκινογόνα, η κατάχρηση αναλγητικών φαρμάκων, οι χρόνιες λοιμώξεις της κύστεως και η κληρονομικότητα. Ισχυρότερος όμως παράγοντας κινδύνου επιβεβαιωμένα φαίνεται ότι είναι το κάπνισμα. Υπολογίζεται ότι το κάπνισμα ευθύνεται για το 30- 60% των περιπτώσεων καρκίνου της κύστης. Τα τελευταία 20 χρόνια λόγω της αύξησης του ποσοστού των γυναικών που καπνίζουν, υπάρχει αύξηση και των κρουσμάτων της νόσου στο γυναικείο φύλο και μάλιστα φαίνεται ότι για άγνωστο λόγο είναι χειρότερη η πρόγνωση της νόσου στις γυναίκες. Οι καπνιστές διατρέχουν τετραπλάσιο κίνδυνο ανάπτυξης του καρκινώματος από τους μη καπνιστές, ο δε κίνδυνος φαίνεται ότι σχετίζεται με τον αριθμό των τσιγάρων ανά ημέρα , τη διάρκεια του καπνίσματος και το βαθμό εισπνοής του καπνού. Ο κύριος μηχανισμός είναι η αποβολή των βλαπτικών ουσιών του καπνού μέσω των νεφρών στα ούρα. Αυτές οι ουσίες , όπως οι νιτροζαμίνες, προάγουν την αλλαγή των φυσιολογικών κυττάρων σε καρκινικά, κύτταρα δηλαδή που έχουν χάσει τον έλεγχο του πολλαπλασιασμού τους και αυξάνονται ανεξέλεγκτα και διαρκώς. Τα ούρα όπως γνωρίζουμε αποθηκεύονται στην ουροδόχο κύστη σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας και αποβάλλονται κατά τη διάρκεια της ουρήσεως. Έτσι οι καρκινογόνες ουσίες του καπνού που αποβάλλονται σε αυτά έχουν πολύ χρόνο για να ασκήσουν την καρκινογόνο δράση τους στο τοίχωμα της κύστης. 

Η πρώτη συμβουλή που θα δοθεί στον ασθενή που θα διαγνωσθεί με τη νόσο είναι η απαραίτητη διακοπή του καπνίσματος. Αυτό ελαττώνει την πιθανότητα υποτροπής των επιφανειακών όγκων (΄θηλωμάτων΄) ,αλλά και εξέλιξής τους σε διηθητικό καρκίνο. Για το σκοπό αυτό υπάρχει συχνά συνεργασία του Ουρολόγου με τα ειδικά ιατρεία διακοπής του καπνίσματος. Τα δύο βασικά πράγματα που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι:

1. Αν δούμε αίμα στα ούρα μας χωρίς άλλα συμπτώματα να μην το αμελήσουμε, αλλά να απευθυνθούμε άμεσα σε ειδικό για περαιτέρω έλεγχο. Αυτό είναι ακόμα πιο επιβεβλημένο σε άνδρες μετά την ηλικία των 50 ετών που είναι καπνιστές (μεγαλύτερη η πιθανότητα διάγνωσης καρκινώματος της κύστεως).

2. Η διακοπή του καπνίσματος ελαττώνει τον κίνδυνο νόσησης από ουροθηλιακό καρκίνο στο μέλλον και επίσης ελαττώνει τις πιθανότητες εξέλιξης σε ασθενείς που είναι ήδη διαγνωσμένοι με θηλώματα.