Ο ουροδυναμικός έλεγχος (ουροδυναμική μελέτη) και η σημασία του

Ο ουροδυναμικός έλεγχος (ή ουροδυναμική μελέτη) είναι μία εξειδικευμένη εξέταση που αποτελεί τον καλύτερο τρόπο αντικειμενικής εκτίμησης της λειτουργίας και δυσλειτουργίας  του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος σε άνδρες και γυναίκες. Στο ιατρείο μας λειτουργεί σύγχρονο Ουροδυναμικό Εργαστήριο με εξοπλισμό της κορυφαίας Ολλανδικής Εταιρίας MMS και Νευροουρολογικό Ιατρείο, το οποίο είναι και το μοναδικό στους νομούς της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Η Ουροδυναμική αποτελεί ένα από τα βασικά πεδία ενδιαφέροντος του κυρίου Παπαδημητρίου και το βασικό αντικείμενο της εξειδίκευσής του.

Ποια είναι η σημασία του ουροδυναμικού ελέγχου;

Εκτιμάται με απλά λόγια πώς λειτουργεί η ουροδόχος κύστη και η ουρήθρα και αν επιτελούν σωστά το ρόλο τους κατά την αποθήκευση των ούρων και κατά την ούρηση. Ο άμεσος στόχος της ουροδυναμικής είναι η αναπαραγωγή του συμπτώματος ή συμπτωμάτων του ασθενούς κάτω από ελεγχόμενες και μετρήσιμες συνθήκες, ώστε να μπορεί να εντοπιστεί η αιτία της δυσλειτουργίας. Αυτό θα οδηγήσει στη σωστή επιλογή θεραπείας και θα αποτελέσει τη βάση για μελλοντική σύγκριση και παρακολούθηση

Η ουροδυναμική εξέταση απαιτεί την τοποθέτηση 2 πολύ λεπτών καθετήρων στην κύστη και στο ορθό και με αυτό τον τρόπο καταγράφονται οι πιέσεις μέσα στην κύστη, στην κοιλιά και η πίεση του μυός  που λέγεται εξωστήρας. Έτσι ο ουρολόγος μπορεί να εξηγήσει συμπτώματα όπως η ακράτεια ούρων, η συχνουρία, η επιτακτικότητα, η διακοπτόμενη ούρηση και το ατελές άδειασμα της ουροδόχου κύστης. Γενικά ο ουροδυναμικός έλεγχος δεν απαιτεί ειδική προετοιμασία και δεν υπάρχει πόνος (δεν πονάει-υπάρχει απλά μία μικρή ενόχληση κατά την τοποθέτηση των καθετήρων). Για την τιμή-κόστος της εξέτασης θα σας ενημερώσει ο ουρολόγος.

Ο ουροδυναμικός έλεγχος είναι πολύ σημαντικός σε νευρολογικούς ασθενείς όπου υπάρχει ,εκτός των άλλων, και κίνδυνος βλάβης των νεφρών λόγω των αυξημένων πιέσεων στην κύστη. Ο βασικός νευροουρολογικός στόχος σε αυτούς τους αρρώστους είναι η μακροπρόθεσμη προστασία της νεφρικής λειτουργίας. Τέτοιοι ασθενείς είναι κυρίως όσοι έχουν υποστεί κατάγματα σπονδυλικής στήλης, οι ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας και ασθενείς με εκ γενετής ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης (δισχιδής ράχη και μηνιγγομυελοκήλη). O ουροδυναμικός έλεγχος βοηθά καθοριστικά στο σχεδιασμό της κατάλληλης θεραπείας. Επίσης μπορεί να είναι χρήσιμος στην εκτίμηση παιδιών με ειδικά προβλήματα στην ούρηση, όπως επιμένουσα νυκτερινή ενούρηση και ατελή κένωση της κύστης. 

Πότε χρειάζεται να γίνει ουροδυναμικός έλεγχος;

Σε γενικές γραμμές οι κύριες ενδείξεις για την πραγματοποίηση ουροδυναμικής μελέτης είναι:

1.Η ακράτεια των ούρων σε γυναίκες και άνδρες, όταν η αρχική συντηρητική θεραπεία έχει αποτύχει. 

2.Αποτελεί τον χρυσό κανόνα και αναντικατάστατη εξέταση στους ασθενείς με νευρογενή κύστη (καταγματίες σπονδυλικής στήλης με βλάβη του νωτιαίου μυελού, σκλήρυνση κατά πλάκας, μηνιγγομυελοκήλη, συριγγομυελία, μετά από μεγάλα χειρουργεία της λεκάνης με βλάβες των πυελικών νεύρων, όπως η κοιλιοπερινεϊκή εκτομή ή η χαμηλή πρόσθια εκτομή του παχέος εντέρου).

3.Σε γυναίκες με χαλάρωση του πυελικού εδάφους και σοβαρές προπτώσεις πυελικών οργάνων, όπως κυστεοκήλη ή πρόπτωση μήτρας πριν τη χειρουργική διόρθωση.

4.Σε άνδρες πριν την προστατεκτομή σε ειδικές περιπτώσεις (υποψία νευρολογικής αιτιολογίας για τα συμπτώματα στην ούρηση, όπως σε ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, σε πολύ νέους άνδρες κάτω των 50 ετών με σοβαρά συμπτώματα ή επίσχεση ούρων, σε πολύ μεγάλα υπολείμματα ούρων άνω των 300 ml προς αποκλεισμό υπολειτουργίας ή ασυστολίας του εξωστήρα, όταν έχει προηγηθεί χειρουργείο προστάτη χωρίς καλά αποτελέσματα, όταν έχει προηγηθεί μεγάλο χειρουργείο στην πύελο με πιθανή βλάβη στα πυελικά νεύρα, όπως για παράδειγμα μεγάλα χειρουργεία για καρκίνο του παχέος εντέρου).

Η ουροδυναμική πρέπει να εκτελείται μόνο όταν τα αποτελέσματα της πρόκειται να επηρεάσουν τη λήψη της θεραπευτικής απόφασης. 

Ο ουροδυναμικός έλεγχος είναι μία σημαντική λειτουργική εξέταση του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος και συμβάλλει καθοριστικά στη διαχείριση των περίπλοκων περιστατικών. Ειδικά στη νευρογενή κύστη είναι αναντικατάστατος και απαραίτητος.  Στο τέλος της εξέτασης, ο γιατρός θα σας εξηγήσει τα ευρήματά της  και θα σχεδιαστεί η θεραπεία σας.